And I saw...  And They Told Me
Κι είδα…και μου είπαν

Posted January 30th, 2024

Ελληνική έκδοση

Chritsmas: celebrating to change for good

Today the Church celebrates the memory of the Three Hierarchs. For a long time, I wanted to talk to you about them, but I was afraid that you are tired of hearing long words about people who are holy, valuable, priceless as if it was a hair product advertisement. So, I thought of walking in the alleys of the American society, and of trying to touch the relationship of Basil the Great, of St. John the Chrysostom, and of St. Gregory the Theologian with our present life.

I went ahead and I saw a people who have made their faith in God a matter of personal taste. A desert of ignorance, half-knowledge, and indifference since the word of the Church seems to no longer arouse any interest.

I went ahead and saw people running to catch up with their lives, tyrannized by the hunt for time to be okay in an era of morbid fluidity.

I saw people bent over, crying, hungry, despairing, shriveled by fear, being alone, boiling with anger and pain.

I saw children looking suspiciously at the olders who sold out, without even realizing it, their values for a prominent place in a company, for a car, for one more house.

I saw the people of the Church doing what they should, being sufficiently serviceable, with clean but empty hands, with their souls dehydrated and their meraki forgotten.

I saw parents talking to their children with fear and anxiety about the tomorrow that is coming like a storm over them. And when they asked for a watertight idea that doesn't get cold, silence embraced them.

And I saw the same parents rushing at their teachers and priests with boldness (or with audacity?) because they do not give them everything that they would like to: not only knowledge but also education and high ideals and hopes and visions and values and all that they themselves did not have time to give them.

And I saw the Church being humiliated and discredited, in the cries of reason and collective oblivion, and paying hard the price of chronic carcinomas in her body, which sometimes her love and other times her weakness, covered, so that they would not be seen. And so, she thought they didn't exist. And who believed that she could rise to the occasion by handing out only soup kitchens and blankets. And she has become unaware of her highest service to God and men, whereas she had to be placed orthodoxly and patristically.

And I saw a faint light below, like an aureole. And I saw in the clearing three priests, with worn but clean cassocks, and a wooden cane to lean. All alone, they looked around in silence, with a stubborn smile, the one that people who loved and have been loved usually have.

There I approached, knelt, and let myself in their presence; and St. Gregory whispered to me about God hiding in the little trivia things, in the people we pass by, in the seed we plant waiting to blossom. He told me about the excuses of people who don't reach out their hand to share. For the despair of loneliness and desolation.

And Basil the Great reminded me of the pseudo-pious who content themselves with alms as an alibi for their injustice and for all those who give to accommodate their consciences.

And holy Chrysostom, slowly and steadily, told me stories about the Church, who always had within her people who eat her flesh and about Christ who always transformed her body with His stubborn love.

They told me about the uneducated people, -not the illiterate ones-the others, who, without any spiritual experience, decide for others, as if they had never seen their own calamities - aged managers of a stingy life.

They told me about the hopes and dreams of the world, about the New World of God embracing everyone, about the cross and the sacrifice of the one who struggles not to win, but out of love, because otherwise he could not live.

They told me about the Cross we received not to make it a jewel, but to cause the Resurrection. They told me about the hopes that have not been lost and will never be lost as much as people love. They reminded me of the foolishness of the cross and of the saints, of the faith in the Resurrection when everything smells of death.

They comforted me: all times look alike, they told me, do not be afraid, death is always temporary, it seems strong, but it is dust before the grace of God!

I got up to leave, they gave me their blessing and a piece of paper wrapped up for me, to read every time I would be scared and discouraged. I walked away, I opened it longingly and read it: and what you didn’t do to bury me, but you forgot that I am a seed *.

Many years to those who are the exception, good mindfulness to those who struggle without heart...

Fr. Christos

*Dinos Christianopoulos


English Version

Χριστούγεννα: γιορτάζω για να αλλάξω οριστικά

Chritsmas: celebrating to change for good

Σήμερα η Εκκλησία εορτάζει την μνήμη των Τριών Ιεραρχών. Ήθελα εδώ και καιρό να σας μιλήσω για αυτούς αλλά φοβόμουν ότι έχετε  κουραστεί να ακούτε μεγάλες κουβέντες για ανθρώπους άγιους, πανάκριβους, ανεκτίμητους,  σαν διαφήμιση προϊόντος  για τα μαλλιά. Έτσι σκέφτηκα να περπατήσω στα σοκάκια της αμερικανικής κοινωνίας και να ψηλαφίσω τη σχέση του Μ. Βασιλείου, του Ιωάννη του Χρυσοστόμου και του Γρηγορίου του Θεολόγου, με τη σημερινή μας ζωή.

Προχώρησα κι είδα έναν λαό που έχει κάνει την πίστη του στον Θεό ζήτημα προσωπικού γούστου. Μια έρημο από άγνοια, ημιμάθεια και αδιαφορία, μια που ο λόγος της Εκκλησίας φαίνεται να μην προκαλεί πια κανένα ενδιαφέρον.

Προχώρησα κι είδα ανθρώπους να τρέχουν να προλάβουν τη ζωή τους, να τυραννιούνται από το κυνήγι του χρόνου για να είναι εντάξει μέσα σε μια εποχή νοσηρής ρευστότητας.

Είδα ανθρώπους σκυφτούς να κλαίνε, να πεινούν, να απελπίζονται, να μαζεύονται φοβισμένοι, να είναι μόνοι τους, να βράζουν από θυμό και πόνο.

Είδα παιδιά να κοιτούν καχύποπτα τους μεγαλύτερους που ξεπούλησαν, χωρίς να το καταλάβουν, τις αξίες τους για μια περίοπτη θέση σε μια εταιρία, για ένα αυτοκίνητο, για ένα σπίτι παραπάνω.

Είδα τους ανθρώπους της Eκκλησίας να κάνουν αυτό που πρέπει, να είναι αρκούντως υπηρεσιακοί, με καθαρά μεν, αλλά άδεια χέρια, με τη ψυχή αφυδατωμένη και το μεράκι λησμονημένο.

Είδα γονείς να μιλούν στα παιδιά τους με φόβο κι αγωνία για το αύριο που έρχεται σαν καταιγίδα καταπάνω τους. Κι όταν αυτά ζήτησαν μια ιδέα στεγανή που να μη μπάζει κρύο, μια σιωπή τους αγκάλιασε.

Κι είδα τους ίδιους γονείς να ορμούν στους καθηγητές και τους παπάδες τους με θάρρος (ή με θράσος;) γιατί δεν τους δίνουν όσα θα ήθελαν· όχι μόνο γνώσεις μα κι αγωγή κι ελπίδες και οράματα κι αξίες κι όλα αυτά που οι ίδιοι δεν πρόλαβαν να τους δώσουν.

Κι είδα την Εκκλησία να ταπεινώνεται, να απαξιώνεται μες στις κραυγές του ορθού λόγου και της συλλογικής λήθης και να πληρώνει σκληρά το τίμημα χρόνιων καρκινωμάτων στο σώμα της, που άλλες φορές η αγάπη της κι άλλες φορές η αδυναμία της, τα σκέπαζε για να μη φαίνονται· κι έτσι νόμιζε πως δεν υπήρχαν. Και που πίστεψε ότι θα μπορούσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων μοιράζοντας συσσίτια και κουβέρτες. Και ξέχασε τη βαθύτατη συναίσθηση του χρέους της έναντι Θεού και ανθρώπων, ενώ έπρεπε να τοποθετείται ορθόδοξα και πατερικά.

Κι είδα πιο κάτω ένα φως αχνό, σαν φωτοστέφανο. Κι είδα στο ξέφωτο τρεις παπάδες, με ράσα φθαρμένα αλλά καθαρά, και μια μαγκούρα ξύλινη ο καθένας για να ακουμπάει. Ολομόναχοι, κοιτούσαν σιωπηλοί, μ’ ένα πεισματάρικο χαμόγελο, αυτό που έχουν οι άνθρωποι που αγάπησαν κι αγαπήθηκαν.

Εκεί πλησίασα, γονάτισα κι αφέθηκα στην παρουσία τους∙ και ο άγιος Γρηγόριος μου ψιθύρισε για τον Θεό που κρύβεται στα μικρά, ασήμαντα πράγματα, στους ανθρώπους που προσπερνάμε, στον σπόρο που φυτεύουμε περιμένοντας ν’ ανθίσει. Μου είπε για τις δικαιολογίες των ανθρώπων που δεν απλώνουν το χέρι τους να μοιραστούν. Για την απελπισία της μοναξιάς και της ερήμωσης.

Κι ο Μέγας Βασίλειος μου θύμισε τους ψευδό-ευλαβείς που αρκούνται στην ελεημοσύνη ως άλλοθι της αδικίας και για όλους αυτούς που δίνουν για να βολέψουν τη συνείδησή τους.

Κι ο ιερός Χρυσόστομος, αργά και σταθερά, μου διηγήθηκε ιστορίες για την Εκκλησία, που πάντα είχε μέσα στους κόλπους της κι ανθρώπους που της τρώγανε τις σάρκες και για τον Χριστό που πάντα μεταμόρφωνε το σώμα της με την πεισματάρικη αγάπη Του.

Μου είπαν για τους ανθρώπους τους αμόρφωτους,- όχι αυτούς που δεν ξέρουν γράμματα-τους άλλους, που χωρίς καμμιά πνευματική εμπειρία, αποφασίζουν για τους άλλους, σαν να μη είδαν ποτέ τις δικές τους συμφορές, γερασμένοι μάνατζερ μιας τσιγγούνικης ζωής.

Μου είπαν για τις ελπίδες και τα όνειρα του κόσμου, για τον Καινούργιο Κόσμο του Θεού που μας αγκαλιάζει όλους, για τον σταυρό και τη θυσία αυτού που αγωνίζεται όχι για να κερδίσει, αλλά από έρωτα, γιατί αλλιώς δεν θα μπορούσε να ζήσει.

Μου είπαν για τον Σταυρό που παραλάβαμε όχι για να τον κάνουμε κόσμημα, μα για να προκαλέσουμε την Ανάσταση. Μου είπαν για τις ελπίδες που δε χάθηκαν κι ούτε ποτέ θα χαθούν όσο οι άνθρωποι αγαπούν. Μου θύμισαν τη μωρία του σταυρού, τη σαλότητα των αγίων, την πίστη στην Ανάσταση όταν όλα μυρίζουν θάνατο.

Με παρηγόρησαν∙ όλες οι εποχές μοιάζουν, μου είπαν, μη φοβάσαι, γιατί ο θάνατος είναι πάντα προσωρινός, φαίνεται δυνατός μα είναι σκόνη μπροστά στη χάρη του Θεού!

Σηκώθηκα να φύγω, μου δώσαν την ευχή τους κι ένα χαρτί τυλιγμένο να το διαβάζω κάθε φορά που θα φοβόμουν και θα δείλιαζα. Απομακρύνθηκα, το άνοιξα με λαχτάρα και το διάβασα: και τι δεν κάνατε για να με θάψετε, όμως ξεχάσατε πως είμαι σπόρος*.

Χρόνια πολλά σε όσους αποτελούν την εξαίρεση, καλή συναίσθηση σε όσους αγωνίζονται χωρίς ψυχή…

π. Χρήστος

*Ντίνος Χριστιανόπουλος